
1. Χριστιανικός Κοινωνισμός και δικαιότερη κοινωνίαα. Ήθος και σχέση προσώπων. Ως χριστιανοδημοκράτες έχουμε κοινωνικό μας όραμα τον Χριστιανικό Κοινωνισμό, που διακρίνεται ασφαλώς από την αστική Χριστιανοδημοκρατία της Δύσης. Ο Χριστιανικός Κοινωνισμός δεν έχει, βέβαια, διαμορφωθεί (ευτυχώς) ως τυπικό και άτεγκτο κοινωνικοπολιτικό σύστημα αλλά εκφράζει ένα ήθος και ένα ευέλικτο σχέδιο ελεύθερης κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς για τη δημιουργία μιας δίκαιης – καινούριας κοινωνίας.Δεν είναι αφηρημένη πολιτική ιδεολογία, που εκφράζεται δήθεν από ιστορικούς νόμους, με απάνθρωπες αρχές βίας και εξουσίας, στυγνών ατομικών ή ταξικών συμφερόντων και περιφρόνησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αντίθετα, ο Χριστιανικός Κοινωνισμός, ως αγαπητική και συνεργατική σχέση προσώπων, εμπνέεται από το διαπροσωπικό ήθος της Αγίας Τριάδας, που είναι αγάπη προσώπων.β. Χριστιανοκοινωνικές εμπειρίες και κοινότητες. Στην ιστορία τουΧριστιανισμού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, χωρίς να αναφερθούμε σεάλλες παραδόσεις, υπάρχουν χριστανοκοινωνικές εμπειρίες καιπραγματώσεις, ομάδες και κοινότητες αγάπης και δικαιοσύνης, που μαςενθαρρύνουν για την προσδοκία του οράματος της καινούριας κοινωνίας·γιατί στηρίζονται στον προσωπικό αγώνα των χριστιανών για υπερνίκησητων παθών του εγωϊσμού και της ματαιοδοξίας, με αφετηρία την μετάνοια,την ταπείνωση και την αγάπη των αδελφών. Είναι η κοινότητα των μαθητών– αποστόλων του Χριστού και τη πρώτη κοινότητα της ΙεροσολυμιτικήςΕκκλησίας. Είναι τα κοινόβια των μοναστηριών και οι εθελοντικέςαδελφότητες των χριστιανών. Είναι, τέλος, κάποιες ζωντανές Ενορίες καιπολιτικές Κοινότητες του Ορθόδοξου λαού, παλαιότερα και πιστεύουμε καισήμερα. Σ’ αυτές τις κοινότητες ζωής οι ανθρώπινες ανάγκες, με πρώτητην ελευθερία, αντιμετωπίζονται συνολικά, αφού δεν παραθεωρούνται ούτεοι σωματικές – βιοτικές ούτε οι πνευματικές. Έτσι ο Χριστός, μετά τη διδασκαλία της «αλήθειας και της ζωής» (τηςοδού) στο λαό, πρότεινε στους μαθητές του «Δότε υμείς αυτοί φαγείν»,γιατί σπλαχνίστηκε το λαό (Ματθ. 14, 15 – 16). Και στην πρώτη Εκκλησίατων Ιεροσολύμων συνδύαζαν τη διακονία του λόγου με τη διακονία τωνβιοτικών (τραπεζών). Γι’ αυτό «ουδέ τις ενδεής υπήρξεν εν αυτοίς·διεδίδοτο εκάστω καθ’ ό,τι αν τις χρείαν είχεν» (Πραξ. 4, 33 – 35). Καιτα κοινόβια μοναστήρια είναι μέχρι σήμερα ακρότατοι τρόποι κοινοτικήςζωής, όπου οι πνευματικές και οικονομικές ανάγκες αντιμετωπίζονται μεπνεύμα αδελφότητας και κοινοκτημοσύνης. Οι πνευματικές αρετέςκατακτώνται, όχι μόνο με την προσευχή, αλλά και με την άσκηση σταβιοτικά και οι κοινοβιάτες ασκητές μοναχοί δείχνουν έναν εμπράγματοδρόμο ελπίδας στους χριστιανούς της βιοπάλης. γ. Δίκαιη κοινωνία αλληλεγγύης. Και στη σημερινή συγκυρία, με αφετηρίατο Ευαγγέλιο και την Ορθόδοξη παράδοση, μπορούμε να ελπίζουμε και νααγωνιζόμαστε, προσωπικά και ομαδικά, για μία δικαιότερη κοινωνία; Μια κοινωνία αλληλεγγύης, συνεργασίας και αγάπης με δικαιοσύνη καιειρήνη, μια κοινωνία, όπου θα έχει καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπουαπό άνθρωπο και θα έχει θεσμοθετηθεί και κυριαρχήσει, σταδιακά καιελεύθερα, η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αυτό ταιριάζειστον ελεύθερο δημοκράτη και πνευματικό άνθρωπο. Αυτή η κοινωνικήπραγματικότητα ανταποκρίνεται και εκφράζει την πίστη των χριστιανώνμελών της κοινωνίας, όταν οι τελευταίοι θελήσουν να την ενσαρκώσουνκοινωνικά. Γνωρίζουμε ότι αυτή η κοινωνικοπολιτική κατάκτηση δεν θαέρθει γρήγορα, ούτε απότομα. Θα είναι καρπός πολλών προσωπικών(πνευματικών) και κοινωνικών αγώνων ενάντια στα πάθη μας και στοπολυειδές κοινωνικό κακό, που αντιστρατεύεται το έργο του Θεού στη γη.Θα είναι κορύφωση πολλών ιστορικών βημάτων και επιτευγμάτων στονπολιτικό τομέα και στην κοινωνία. Πάντως, η ποιότητα της νέας κοινωνίας εξαρτάται από την άσκηση από τονκαθένα ήθους αλληλεγγύης και δικαιοσύνης προς τους άλλους, ώστε ναπροσδοκάται η χάρη του Θεού στον ωραίο και ελπιδοφόρο αυτόν αγώνα. 2. Ορθόδοξη πίστη και πολιτικό ήθος Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας εκφράζει την αλήθεια για τον άνθρωποκαι τη ζωή και επηρεάζει την κοινωνική, πολιτική και οικονομική μαςσυμπεριφορά. Από την πίστη αυτή απορρέουν ως αιτήματα βασικές αρχές,που προσδιορίζουν το πολιτικό μας ήθος. Αυτές οι αρχές λειτουργούν ωςσωστές προσεγγίσεις και σχέσεις με τα πρόσωπα και τα πράγματα που μαςπεριβάλλουν: 1) Ο άνθρωπος είναι υλικός και πνευματικός, μια ενιαία ύπαρξη,δημιούργημα του Τριαδικού Θεού, προορισμένος για την αιωνιότητα και τησωτηρία στη Βασιλεία του Θεού. 2) Οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από φυλή, έθνος, γλώσσα ή θρήσκευμα,αποτελούν μια παγκόσμια οικογένεια. Έχουν ίσα δικαιώματα καιυποχρεώσεις πάνω στην κληρονομιά του κοινού τους Πατέρα, γιατίαποτελούν μια αδελφότητα. Ο απόστολος Παύλος τονίζει στους Αθηναίους«Εποίησε (ο Θεός) εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων επί παν πρόσωποντης γης…» (Πρ. 17, 26). Οι φυλετικές και κοινωνικές διακρίσειςαπορρίπτονται από το Ευαγγέλιο και τους Πατέρες της ΟρθόδοξηςΕκκλησίας, διότι «πάντες υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3, 27 –28). 3) Η κυριότητα των υλικών αγαθών και των μέσων ή δυνάμεων παραγωγήςανήκει στο Θεό – Δημιουργό και μόνο η χρήση τους στον άνθρωπο. Όπως οΘεός παρέχει ανεξαιρέτως σε όλους το φως, τον αέρα, τη φύση, έτσι καιτα αγαθά της κοινωνίας πρέπει να μοιράζονται σε όλους, ανάλογα με τιςανάγκες τους, χωρίς εγωϊστικές, αποκλειστικές κυριότητες από λίγους. Η σωστή χρήση του κόσμου χωρίς καταχρήσεις, που καταστρέφουν τοπεριβάλλον, προϋποθέτει ένα ασκητικό ήθος, που δε συμβιβάζεται με τηνκαταναλωτική βουλιμία, μια σύγχρονη πλεονεξία. Μόνο η πνευματική και ησωματική άσκηση των ανθρώπων μπορούν να εγγυηθούν, κατ’ αρχήν, τόσο τηνπροστασία της φύσης, ώστε να αποτελεί ζωηφόρο περιβάλλον για τονάνθρωπο, όσο και την επιδίωξη της κοινωνικής δικαιοσύνης καιαλληλεγγύης. 4) Η ψυχή του ανθρώπου είναι ανεκτίμητη και η ανθρώπινη ελευθερία καιαξιοπρέπεια σεβαστή. Καμία βία δεν σώζει τον άνθρωπο παρά μόνο ηαυτοπροαίρετη εν Χριστώ άσκησή του. 5) Η εργασία είναι δημιουργία, εξερεύνηση και απαραίτητος τρόπος ζωήςτων ανθρώπων. Στοχεύει στη σωστή χρήση του κόσμου με σεβασμό τηςοικολογικής ισορροπίας, δηλαδή της ζωντανής αρμονίας του. Είναι δεμοναδική πηγή εισοδήματος για τον άνθρωπο γιατί, όπως τονίζει οαπόστολος Παύλος, «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω» (Β΄ Θεσς.3, 10). 6) Σ’ όλες τις εργασίες προσφέρεται ένα μέρος της ψυχής του ανθρώπου,είτε αυτές είναι πνευματικές είτε χειρωνακτικές. Γι’ αυτό είναιανεκτίμητες. Επομένως οι μισθοί δεν είναι αντίτιμο της εργασίας, πουδεν είναι εμπόρευμα, αλλά μέσα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών. Ο καταμερισμός των έργων συνοδεύεται από την αλληλεξάρτησή τους, όπωςκαι των εργαζομένων. Οι εργασίες εκφράζουν προσωπικές και κοινωνικέςανάγκες. Ο ένας χρειάζεται την εργασία των άλλων και όλοι αδιακρίτωςκαι ισοτίμως συμμετέχουν στο εθνικό εισόδημα, στα προϊόντα της εργασίας. 7) Γι’ αυτό η δικαιοσύνη και η ισότητα (ισοτιμία) ανταποκρίνονται στιςανθρώπινες ανάγκες και στο σεβασμό όλων των ανθρώπων. Αυτές ενώνουντους ανθρώπους και συνέχουν την κοινωνία. Ο απόστολος Παύλος γράφει «εξισότητος εν τω νυν καιρώ το υμών περίσσευμα εις το εκείνων υστέρημα…όπως γένηται ισότης» (Β΄ Κορ. 8, 13 – 15). Υπάρχει επάρκεια αγαθών για όλους, αν κατανέμωνται δίκαια. Γι’ αυτό τοΕυαγγέλιο παραγγέλνει «Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της Γης»,(Ψ, ΜΕ΄, 2). Και ο Χριστός μακαρίζει τους υπερασπιστές της: «Μακάριοιοι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης» (Ματθ. Ε΄, 10). 8) Οι αληθινές σχέσεις των ανθρώπων διαμορφώνονται και ενισχύονται απότην έμπρακτη αγάπη, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη, τη συνεργασία και τηνταπείνωση, που οδηγεί από το «εγώ» στο «εμείς». 9) Στη Χριστιανική Κοινότητα η εξουσία δεν συνδέεται με τηνκαταδυνάστευση, την επιβολή προνομίων των ισχυρών αλλά με το πνεύμα τηςπροσφοράς και της κοινωνικής διακονίας (Ματθ. 20, 25 – 28). [Βλ. Γ΄Συνέδριο της Χ.Δ. (1991) Θέσεις και κείμενα, 1992, Αθήνα σελ. 42 – 48].

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου